


Εκδόσεις Πατάκη
Με τον Ιερώνυμο ντε Μπιουτ αποχαιρετηθήκαμε με την ίδια αλλόκοτη χειρονομία -το πιάσιμο του αγκώνα- προτού βρω την ευκαιρία να ρωτήσω για τη Λύντια κάτι περισσότερο από ένα βιαστικό "Τι κάνει η Λύντια;" και "Μένει ακόμα στο Λονδίνο;" και να πάρω μονολεκτικές απαντήσεις: "Καλά" και "Ναι". Και χωρίσαμε προτού αποφασίσω αν ήθελα να τον ξαναδώ, ή να ζητήσω τουλάχιστον τον αριθμό του τηλεφώνου του προτού μαντέψω αν ήθελε να ξαναϊδωθούμε εκείνος.Δεν πήγα στο Πάρκο άλλωστε, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Αγγλικό καλοκαίρι: αρχίζει στο τέλος Ιουλίου, τελειώνει στην αρχή Αυγούστου. Στράφηκα προς τα βόρεια και περπάτησα με γρήγορο βήμα μέχρι το σπίτι όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα, δεν ηξερα αν η ταχυκαρδία οφειλόταν στο περπάτημα ή στην αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει η συνάντηση με τον Ιερώνυμο. Όπως και να είχε, έγραψα αυτό το βιβλίο, το τέταρτο της ζωής μου (το τρίτο βρίσκεται ακόμα στο συρτάρι δεν θέλησα να το εκδώσω ίσως εξηγήσω αργότερα το γιατί ίσως και να μην εξηγήσω): πάντως, σε τούτο εδώ το βιβλίο -που μοιάζει με μυθιστόρημα αλλά δεν είναι είναι το χρονικό της ζωής μας- πρωταγωνιστούν ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ, η Λύντια ντε Μπιουτ κι εγώ. Επίσης, η Κλαίρη ντε Μπιουτ, η μικρή μου αδερφή Μπέθανυ και ο τρελός μου πατέρας Ρόναλντ Ρ. Σταμπς, που το σωτήριο έτος 1930 μετανάστευσε στην Ανατολική Αφρική για να καλλιεργήσει χρυσάνθεμα.
Απόσπασμα βιβλιοκριτικής του Μανώλη Πιμπλή – ‘Βιβλιοδρόμιο’ ΤΑ ΝΕΑ 8/3
"… Τοποθετημένο ανάμεσα στο Λονδίνο και την Κένυα, το βιβλίο αυτό είναι πάνω από όλα ένα θαυμάσιο ταξίδι στη γεωγραφία, την ιστορία, την κοινωνική εξέλιξη, τον εσωτερικό χρόνο και την ταυτότητα.
Η συγγραφέας των είκοσι σχεδόν βιβλίων έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την εποχή που εντυπωσίαζε το κοινό με το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης. Η ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση από τα στενά ελληνικά όρια- άλλωστε και η ίδια περνάει μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό- καθόλου δεν απογοήτευσε τους πολλούς πιστούς αναγνώστες της. Και δεν θα τους απογοητεύσει ούτε με το νέο της βιβλίο που αποτελεί μια τοιχογραφία του 20ού αιώνα, εκεί όπου παιζόταν το πραγματικό παιχνίδι, στην πιο στυγερή του μορφή: της αποικιοκρατίας.
Οι ήρωές της είναι Βρετανοί. Πρόκειται στην ουσία για δύο ολιγομελείς οικογένειες που μετακόμισαν στην Κένυα, μια βρετανική αποικία σε αναβρασμό, ο οποίος έμελλε να πάρει τη μορφή εξέγερσης από τους Μάου-Μάου. Βασικός πρωταγωνιστής ο Ευγένιος Σταμπς που, στα 57 του χρόνια, το 1966, αποφασίζει να γράψει βιβλίο και να εξιστορήσει το χρονικό των δύο οικογενειών στην Κένυα, τη δεκαετία του ΄30. Το μεγαλύτερο μέρος είναι σε τρίτο πρόσωπο, είναι δηλαδή η αφήγηση του χρονικού, και διαδραματίζεται εκεί, «έξω». Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται μικρά κεφάλαια-αναπνοές γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, όπου ο συγγραφέας Ευγένιος Σταμπς μιλά «από μέσα» ως 57χρονος στο Λονδίνο.
… Η Σώτη Τριανταφύλλου καταφέρνει, στο βιβλίο της αυτό, να ενσωματώσει κάθε δυνατό ταξίδι. Το ταξίδι στην ηλικία, λ.χ.: «Σκέφτομαι πως η νεανική ηλικία είναι η εποχή των μεγάλων ναυαγίων• και πως, και να επιζήσεις, αν δεν ακολουθήσεις το ρεύμα, μένεις μόνος έξω από τα τείχη», λέει κάποτε, ο ώριμος Ευγένιος Σταμπς. Ή το ταξίδι στον χώρο, εσωτερικό και εξωτερικό: «Η ψυχή μου δεν έχει πατρίδα• έρχομαι από τη θάλασσα, έρχομαι από τα δάση», γράφει στο ημερολόγιό της η 14χρονη Μπέθανυ. Αλλά και το βασανιστικό, μοναχικό ταξίδι του απελπισμένου ανθρώπου: «μόνο το πτώμα ξέρει τι θα πει τάφος», λέει ένας ήρωας."